Ὤρου

Ὦρον
neut gen sg
Ὦρος
masc gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ὤρου — ὄρνυμι ṛṇóti aor ind mid 2nd sg (attic epic doric) ὄρομαι keep watch imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὥρου — Ὧρος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὥρου — ὥ̱ρου , ὧρος a year masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • Άπις — I Ιερός ταύρος των Αιγυπτίων. Τον λάτρευαν ως ενσάρκωση του Όσιρη και του γιου του Ώρου, αλλά και ως γιο του θεού Φθα. Η λατρεία του είναι βεβαιωμένη από τα πανάρχαια χρόνια έως την ελληνορωμαϊκή εποχή. Εικονίζεται με τον ηλιακό δίσκο ανάμεσα στα …   Dictionary of Greek

  • Εντφού — (Idfü). Πόλη (110.200 κάτ. το 2003) της Άνω Αιγύπτου, στο κυβερνείο (διοικητική περιφέρεια) Κένα (1.851 τ. χλμ., 2.854.300 κάτ.). Βρίσκεται στην αριστερή όχθη του Νείλου. Ιδρύθηκε από τον Πτολεμαίο Δ’ Φιλοπάτορα. Στην αρχαιότητα ήταν πρωτεύουσα… …   Dictionary of Greek

  • P. Oxy. XLII 3035 — Das Papyrus Oxyrhynchus 3035 (oder auch P. Oxy. XLII 3035) ist ein Dokument mit einem Haftbefehl für einen Christen vom 28. Februar 256 AD, der von den Behörden des Römischen Reiches ausgestellt wurde. Es ist eine der ältesten nachgewiesenen… …   Deutsch Wikipedia

  • Νάος — Ο χώρος που είναι αφιερωμένος στη λατρεία του θεού, η κατοικία του θεού. Η έννοια του ν. συνδέεται γενικά με την έννοια του ιερού που, πιθανότατα, προηγείται και που σημαίνει έναν χώρο, συνήθως φυσικό, όπου η θεότητα εκδηλώνει την παρουσία και τη …   Dictionary of Greek

  • ιερακοκέφαλος — ὁ (επίθ. τού αιγυπτ. θεού Ώρου) αυτός που έχει κεφάλι γερακιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιέραξ, ακος + κέφαλος < κεφαλή (πρβλ. εκατογ κέφαλος, κυνο κέφαλος] …   Dictionary of Greek

  • ναός — Ο χώρος που είναι αφιερωμένος στη λατρεία του θεού, η κατοικία του θεού. Η έννοια του ν. συνδέεται γενικά με την έννοια του ιερού που, πιθανότατα, προηγείται και που σημαίνει έναν χώρο, συνήθως φυσικό, όπου η θεότητα εκδηλώνει την παρουσία και τη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.